"ΘΗΡΙΩΔΕΙΣ ΚΑΙΡΟΙ"

  • Print

thiriodeiskairoi0002

Η ΣΥΝΕΥΡΕΣΗ

Στις πέντε η ώρα, στον πρώτο όροφο του <<καφέ>> στην πλατεία, βρέθηκε ένας μαύρος άντρας, με δαχτυλίδια και σκουλαρίκια, με μαύρες μπότες στα πόδια, μ' ένα καπέλο σαν κορώνα, ψηλός σαν άρχοντας μιας περασμένης εποχής. Απέναντί του στάθηκε μια λευκή γυναίκα, με μακρύ φόρεμα, μαζεμένα μαλλιά, ανέκφραστη και αποφασισμένη.
    - Ωραία! Τα παράθυρα πίσω σου είναι κλειστά! Είσαι καλά προφυλαγμένη, βλέπω! της είπε κάποια στιγμή ο μαύρος.
    - Κι εσύ, το ίδιο έχεις πετύχει απ' την πλευρά σου! απάντησε η λευκή. Αλλά έχει τόσο κόσμο εδώ μέσα...!
    - Γιατί μας κοιτάνε επίμονα όλοι τούτοι τριγύρω; Οι πρόγονοί μου θα είχαν παρεξηγηθεί με τέτοια συμπεριφορά! παρατήρησε ο μαύρος.
    - Εγώ το βρίσκω εντελώς φυσικό! αντέτεινε η λευκή. Πάντα τους κάνει εντύπωση η συνεύρεσή μας! Από περιέργεια είναι, μάλλον, παρά από προκατάληψη!
    Ο μάυρος μετακινήθηκε λίγο προς τα δεξιά και άφησε μια εκπνοή ανακούφισης.
    - Κοίτα πως πέφτει ο ήλιος στό δάπεδο! είπε.
    Και πραγματικά, ο ήλιος μπήκε και άρχισε να προχωράει στο δάπεδο, αργά-αργά, τετράγωνο-τετράγωνο, αλλά, βέβαια, δε θα έφτανε γρήγορα στο τραπέζι τους.
    - Είσαι καλύτερα εκεί, νόμιζεις, ε; του είπε η λευκή.
    - Η σειρά σου τώρα!
    - Μήπως ζεσταίνεσαι να πω ν' ανοίξουν τα παράθυρα;
    - Έχουμε πολύ χρόνο ακόμα! Άφησέ το γι' αργότερα! Να δούμε πως θα νιώσει και ο κόσμος.! ...
    Μια ησυχία απλωνόταν, παρ' όλ' αυτά, στο χώρο.
    - Ξέρεις, έσπασε τη σιωπή ο μαύρος, κάποιος με ακολούθησε μέχρι την είσοδο του ορόφου!
    - Είσαι βέβαιος; Ή μήπως είναι, απλώς, η εντύπωσή σου; Γιατί εγώ δεν είδα κανέναν και δεν έχω γυρισμένη την πλάτη μου, όπως εσύ.
    - Φοβάμαι τελευταία μ' αυτές τις επιθέσεις που γίνονται, σχολίασε ο μαύρος.
    - Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε, επειδή κατευθύνονται από αλλού, αυτό εννοείς;
    - Εννοώ ότι όλα μοιάζουν μ' ένα επικίνδυνο παιγνίδι! Δεν ξέρεις πλέον ποιανού τα χέρια να εμπιστευθείς! Χαιρετάς κάποιον και σε προσπερνά! Προσπερνάς κάποιον και σε χτυπάει! Χτυπάς κάποιον και σου ξεφεύγει! Ξεφεύγεις και όμως, ανησυχείς!
    - Έχεις δίκιο! Αλλά να συνεχίσουμε τη συζήτηση έτσι, δε θα μας φέρει κανείς από μόνος του χυμό ή καφέ!
    - Εγώ, αντιθέτως, θα περίμενα κάποιος από εκείνους που μας κοιτάζουν, να μας κεράσει! είπε ο μαύρος.Μόνο αντιπάλους έχουμε εδώ μέσα και ουτ' έναν φίλο;
    - Αναγνωρίζεις καμιά ή κανέναν; Μόνο για να σε προκαλέσει, θα κερνούσε κάποιος! Περίμενε, όμως, γιατί πλησιάζει ο ήλιος!
    - Ναι! Σειρά σου να μετακινηθείς πάλι!
    - Εσύ δε ζεσταίνεσαι; Να πω ν' ανοίξουν τα παράθυρα; είπε η λευκή.
    - Κι αν ανοίξουν και φυσήξει αέρας;
    Ξαφνικά ο μαύρος αισθάνθηκε ένα χτύπημα κι ένα χέρι να τον συγκρατεί καθώς έπεφτε χάμω, ενώ μια φωνή ακουγόταν να λέει: <<Ρουά Ματ! Σε κέρδισα!>>.
    Η λευκή είχε απομείνει, μαζί με δύο άλλα πιόνια, κυρίαρχη του παιγνιδιού, αλλά χωρίς αντίπαλο. Έστρεψε το κεφάλι της προς τον μαύρο. Εκείνος της χαμογέλασε πικρά από μακριά και της φώναξε:
    - Θα ξαναβρεθούμε, δε θα ξαναβρεθούμε; Ε! Τότε θα σε μάθω εγώ!... Μα πως γελάστηκα έτσι;