Εκδόσεις

"ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΟΝ "

  • Print

imageedit 5 4207508441












 

ΕΡΩΤΑΣ  ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ

      Ήταν κάποτε ένα ονειροπόλο κορίτσι που το έλεγαν Άννα. Η Άννα , λοιπόν, λάτρευε τα σύννεφα. Όποτε ερωτευόταν ένα σύννεφο, έπαιρνε το αεροπλάνο και πήγαινε να το συναντήσει. Ώσπου  να φτάσει, όμως, κοντά του, το σύννεφο είχε αλλάξει μορφή κι ο έρωτάς της έμπαινε σε δοκιμασία. Έτσι, προσγειωνόταν πάλι στη γη και περίμενε να τελειώσει η βροχή και να στεγνώσει το δάκρυ της.
       Ερωτεύθηκε, μ’ όλα ταύτα, κι ένα σύννεφο που της έμοιαζε. Τρόμαξε τόσο πολύ από την ομοιότητα, που δεν πήρε τ’ αεροπλάνο να το συναντήσει, αλλά στάθηκε ώρα πολλή να το κοιτάζει - λες και μ’ αυτό θα περιέσωζε τη μορφή του – και περίμενε τη βροχή να περιχύσει το σώμα της.
       Και το σύννεφο, ωστόσο, δεν έδειχνε διάθεση να αλλάξει. Κινιόταν αργά στον ουράνιο θόλο με κρυμμένους καλά κεραυνούς και υγρά αποθέματα που έδειχναν σα να ψάχνουν ακόμα το κατάλληλο έδαφος για να το ποτίσουν.
         Όταν το σύννεφο οσμίστηκε το επίμονο βλέμμα της Άννας, έμειν’ εμβρόντητο κι έπαθε κάτι που πρώτη φορά συμβαίνει σε σύννεφο: την ερωτεύθηκε. Προσποιήθηκε, λοιπόν, την ομίχλη και κατέβηκε ως τη γη να τη συναντήσει.
         Αλλά η Άννα δε φαινόταν πια πουθενά. Είχε κρύψει τη μορφή απ’ το φόβο της και έκλαιγε απαρηγόρητη κάτω από ένα υπόστεγο. Όταν βγήκε ο ήλιος, η Άννα είδε δίπλα στο υπόστεγο μία λιμνούλα που καθρέφτιζε το σύννεφό της. Κοίταξε προς τον ουρανό, αλλά σύννεφο εκεί δεν υπήρχε. Χαμογέλασε. Το σύννεφο είχε έρθει κοντά της. Ο έρωτάς της ρευστοποιήθηκε.

ΟΡΕΙΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

       Χρόνια τώρα παρατηρώ τα βουνά και προσπαθώ να τα καταλάβω, όπως άλλοι κοιτούν με τα χρόνια τη θάλασσα και αποκτούν μία ιδιαίτερη σχέση μαζί της. Δεν έχω προσδιορίσει ακόμα αν αυτό που θέλω να καταλάβω έχει σχέση μ’ εμένα τον ίδιο ή με την ίδια την ύπαρξη των βουνών. Διότι, σε αντίθεση με τη θάλασσα, το βουνό δεν αλλάζει συνεχώς μορφή, δεν έχει γλύπτη τον άνεμο, δεν έχει ζωγράφο τον ουρανό, δεν έχει φωτογράφο τον ήλιο. Το βουνό ασχολείται με άλλες τέχνες: επιδεικνύει μ’ υπερηφάνεια την ιστορία του, ντύνεται με τα ωραιότερα δέντρα ή κυκλοφορεί γυμνό, αντηχεί μουσικές στα φαράγγια και τις χαράδρες του ή τις φυλάει κρυμμένες σε σπηλιές και απρόσιτα βράχια, γράφει με χιόνι που λιώνει, ρυάκια και καταρράκτες, χείμαρρους και ποτάμια, δημιουργεί ατελείωτες χημικές αντιδράσεις στα σπλάχνα του που ξεσπούν ενίοτε στην αμέριμνη επιφάνεια.  
         Στην προσπάθειά μου να το κατανοήσω, το βουνό αποκτά μυθικές διαστάσεις και γίνεται η αιχμή του δόρατος στη σύγκρουσή μου με το σύγχρονο πολιτισμό του εκσκαφέα, της μπετονιέρας και της ασφάλτου. Επειδή, όπως λένε, δεν αρκούν δύο πόδια ή ακόμα και δύο τροχοί για να το προσεγγίσουμε και για να αισθανθούμε τη ζωή, το μυστήριο και την άγρια ομορφιά του, πρέπει ν’ ανοίξουμε διόδους για τέσσερεις τροχούς και για ό,τι άλλο μεταφέρουν αυτοί μαζί τους. Κάποτε, εδώ, το γαϊδούρι (και το μουλάρι) ήταν το κυριότερο μεταφορικό μέσον: πεισματάρικο, ριψοκίνδυνο, μάλλον αργό, αλλά έμψυχο: μία παράλληλη ύπαρξη.
         Οι προσπάθειές μου πέρασαν από διάφορα στάδια: αρχικά, η προσέγγιση είχε τον γοητευτικό χαρακτήρα της αντίθεσης με το αστικό τοπίο’  έπειτα, η βιοποικιλότητα του βουνού σε έκανε να εστιάζεις σε αντικείμενα ενός ολότελα νέου  και διαφορετικού κόσμου’  σε μία τρίτη φάση, η αναρρίχηση και η κατάκτηση της κορυφής άρχισε ν’ αποκτά μία συμβολική, αλλά εξέχουσα σημασία που εξελίχθηκε σε εφαρμοσμένη πρακτική με ή χωρίς βουνό, αφομοιώνοντας τη νεανική ορμή’ αργότερα, η ορμή παραχώρησε ένα κομμάτι της στη στοχαστικότητα. Φυσικά, η απόλαυση δεν έπαυσε ποτέ να είναι συστατικό αυτής της εξελικτικής διαδικασίας, αλλά το πέρασμά της στο στοχασμό, της προσέδωσε ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό που θα το ονομάζαμε συναίσθηση, δηλαδή μία αίσθηση συμμετοχής και συμπόρευσης, μέχρι την πλήρη επίγνωση ότι όχι μόνο αποτελείς ως άνθρωπος ένα τμήμα αυτής της φύσης, αλλά και ότι συμβάλλεις δυναμικά στις φυσικές διεργασίες της, όταν δεν επιχειρείς τη βίαιη ανατροπή της φυσικής εξέλιξης.
(η συνέχεια στο βιβλίο!)